ἀκτηρίς

ἀκτηρίς, -ίδος
Grammatical information: f.
Meaning: `staff' (Achae. 21), `bar of wood supporting chariot-pole' (Poll. 10, 157).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Unknown. The usual explanation with ἀκταίνω (*ἀκτάω) and ἐρείδω seems most improbable.
Page in Frisk: 1,61

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀκτηρίς — staff fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκτηρίδα — ἀκτηρίς staff fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακτηρίδα — η (Α ἀκτηρίς, ίδος) (νέοελλ.) η πίσω άκρη (ουρά) τού σταθμίου* τού κιλλίβαντα*, που αποτελεί μαζί με τους δύο τροχούς το τρίτο στήριγμα τού πυροβόλου, καθώς και το σημείο σύνδεσης με το ρυμουλκό αρχ. 1. ραβδί, μπαστούνι, μαγκούρα 2. ξύλινο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.